τραχηλικός
•
- ανατομίαπου έχει σχέση με τον τράχηλο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
- Σε χτυπήματα από «τέμνον όργανο στην τραχηλική χώρα» αποδίδεται, σύμφωνα με τις πληροφορίες, ο θάνατος της 54χρονης γυναίκας ελληνικής υπηκοότητας. (www.tovima.gr, 17.01.2021)
Ετυμολογία
τραχηλικός < μεσαιωνική ελληνική τραχηλικός < αρχαία ελληνική τράχηλος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τραχηλικός | τραχηλική | τραχηλικό |
| Γενική | τραχηλικού | τραχηλικής | τραχηλικού |
| Αιτιατική | τραχηλικό | τραχηλική | τραχηλικό |
| Κλητική | τραχηλικέ | τραχηλική | τραχηλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τραχηλικοί | τραχηλικές | τραχηλικά |
| Γενική | τραχηλικών | τραχηλικών | τραχηλικών |
| Αιτιατική | τραχηλικούς | τραχηλικές | τραχηλικά |
| Κλητική | τραχηλικοί | τραχηλικές | τραχηλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →