τρελάδικο
•
- λαϊκότροποτρελοκομείο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρελάδικο < τρελ(ός) + -άδικο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρελάδικο | τρελάδικα |
| Γενική | τρελάδικου | τρελάδικων |
| Αιτιατική | τρελάδικο | τρελάδικα |
| Κλητική | τρελάδικο | τρελάδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →