Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τρελάρας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. σε σχέση με χαρακτήρα: ιδιότροπος, ιδιόρρυθμος, παράξενος, ακραίος Βικιλεξικό
  2. σε σχέση με λήψη ρίσκου ή δράση: αυθόρμητος, παράτολμος Βικιλεξικό
  3. κοινωνικά, συμπεριφορικά σε σχέση με άλλους-κοινωνική αλληλεπίδραση: πειραχτήρι, γλεντζές, τσαχπίνης, θρασύς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τρελάρας < τρελ(ός) + -άρας • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτρελάραςτρελάρες
Γενικήτρελάρατρελάρων
Αιτιατικήτρελάρατρελάρες
Κλητικήτρελάρατρελάρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →