τρελαίνομαι
•
- γίνομαι τρελός, χάνω προσωρινά ή μόνιμα την ικανότητα να σκέφτομαι λογικά, παθαίνω ψυχολογική διαταραχή Βικιλεξικό
- έχω πολύ ή υπερβολικό ενθουσιασμό για κάτι, μου αρέσει πολύ Βικιλεξικό
- Ο Γιάννης τρελαίνεται για πατατάκια.
- θυμώνω πολύ με κάτι Βικιλεξικό
- Ο Γιώργος τρελάθηκε μόλις είδε την κοπέλα του να φιλιέται με τον Άλεξ.
Ετυμολογία
τρελαίνομαι < παθητική φωνή του ρήματος τρελαίνω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τρελαίνομαι | τρελαίνεσαι | τρελαίνεται | τρελαινόμαστε | τρελαίνεστε | τρελαίνονται |
| Παρατατικός | τρελαινόμουν / τρελαινόμουνα | τρελαινόσουν / τρελαινόσουνα | τρελαινόταν / τρελαινότανε | τρελαινόμασταν / τρελαινόμαστε | τρελαινόσασταν / τρελαινόσαστε | τρελαίνονταν / τρελαινόντουσαν |
| Αόριστος | τρελάθηκα | τρελάθηκες | τρελάθηκε | τρελαθήκαμε | τρελαθήκατε | τρελάθηκαν / τρελαθήκαν / τρελαθήκανε |
| Μέλλοντας | θα τρελαίνομαι / θα τρελαθώ | θα τρελαίνεσαι / θα τρελαθείς | θα τρελαίνεται / θα τρελαθεί | θα τρελαθούμε / θα τρελαινόμαστε | θα τρελαίνεστε / θα τρελαθείτε | θα τρελαίνονται / θα τρελαθούν / θα τρελαθούνε |
| Παρακείμενος | έχω τρελαθεί | έχεις τρελαθεί | έχει τρελαθεί | έχουμε τρελαθεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τρελαθεί | είχες τρελαθεί | είχε τρελαθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τρελαθεί / να τρελαίνομαι / να τρελαθώ | να έχεις τρελαθεί / να τρελαίνεσαι / να τρελαθείς | να έχει τρελαθεί / να τρελαίνεται / να τρελαθεί | να έχουμε τρελαθεί / να τρελαθούμε / να τρελαινόμαστε | να τρελαίνεστε / να τρελαθείτε | να τρελαίνονται / να τρελαθούν / να τρελαθούνε |
| Προστακτική | — | τρελαίνου | — | — | τρελαίνεστε / τρελαθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →