τρελαίνω
•
- οδηγώ κάποιον στην τρέλα, τον κάνω να γίνει τρελός Βικιλεξικό
- σε σχήμα υπερβολήςκάνω κάποιον έξαλλο ή να θυμώσει πολύ Βικιλεξικό
- (σε σχήμα υπερβολής, στο γ' πρόσωπο μου αρέσει κάτι πάρα πολύ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρελαίνω < τρελός
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τρελαίνω | τρελαίνεις | τρελαίνει | τρελαίνουμε | τρελαίνετε | τρελαίνουν / τρελαίνουνε |
| Παρατατικός | τρέλαινα | τρέλαινες | τρέλαινε | τρελαίναμε | τρελαίνατε | τρέλαιναν / τρελαίναν / τρελαίνανε |
| Αόριστος | τρέλανα | τρέλανες | τρέλανε | τρελάναμε | τρελάνατε | τρέλαναν / τρελάναν / τρελάνανε |
| Μέλλοντας | θα τρελάνω / θα τρελαίνω | θα τρελάνεις / θα τρελαίνεις | θα τρελάνει / θα τρελαίνει | θα τρελάνουμε / θα τρελαίνουμε | θα τρελάνετε / θα τρελαίνετε | θα τρελάνουν / θα τρελάνουνε / θα τρελαίνουν / θα τρελαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω τρελάνει | έχεις τρελάνει | έχει τρελάνει | έχουμε τρελάνει | έχετε τρελάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τρελάνει | είχες τρελάνει | είχε τρελάνει | είχαμε τρελάνει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τρελάνει / να τρελάνω / να τρελαίνω | να έχεις τρελάνει / να τρελάνεις / να τρελαίνεις | να έχει τρελάνει / να τρελάνει / να τρελαίνει | να έχουμε τρελάνει / να τρελάνουμε / να τρελαίνουμε | να έχετε τρελάνει / να τρελάνετε / να τρελαίνετε | να τρελάνουν / να τρελάνουνε / να τρελαίνουν / να τρελαίνουνε |
| Προστακτική | — | τρέλαινε / τρέλανε | — | — | τρελάνετε / τρελαίνετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
τρελαίνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →