τρελλός
•
- παρωχημένοάλλη γραφή του τρελός Βικιλεξικό
- Καὶ τὸ περίεργον, ὅτι εἰς τὴν τρελλὴν αὐτὴν πανήγυριν παίζει τὸν σπουδαιότερον ῥόλον καὶ τὸ ὡραῖον φύλον (⌘ Κωνσταντίνος Σκόκος, «Ο αλάνθαστος και αψευδής Καζαμίας του 1886», στο Γελοιογραφικόν Ημερολόγιον του Έτους 1886)
Ετυμολογία
για την παρωχημένη γραφή με δύο λάμδα → δείτε τη λέξη τρελός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τρελλός | τρελλή / τρελλη | τρελλο / τρελλό |
| Γενική | τρελλού | τρελλής | τρελλού |
| Αιτιατική | τρελλό | τρελλή | τρελλό |
| Κλητική | τρελλέ | τρελλή | τρελλό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τρελλοί | τρελλές | τρελλά |
| Γενική | τρελλών | τρελλών | τρελλών |
| Αιτιατική | τρελλούς | τρελλές | τρελλά |
| Κλητική | τρελλοί | τρελλές | τρελλά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →