τρελοκομείο
•
- λαϊκότροποίδρυμα που φιλοξενεί άτομα με ψυχικές παθήσεις Βικιλεξικό
- μεταφορικάμέρος ή συνάθροιση ανθρώπων όπου επικρατεί μεγάλη αταξία, τρέλα Βικιλεξικό
- μεταφορικάάνθρωπος απρόβλεπτος που κάνει συνεχώς αστεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρελοκομείο < τρελο- + -κομείο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρελοκομείο | τρελοκομεία |
| Γενική | τρελοκομείου | τρελοκομείων |
| Αιτιατική | τρελοκομείο | τρελοκομεία |
| Κλητική | τρελοκομείο | τρελοκομεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →