τρελόχαρτο
•
- στρατιωτική αργκόέγγραφο που απαλλάσσει από τη στράτευση, που επικυρώνει την ακαταλληλότητα ενός προσώπου να υπηρετήσει τη θητεία του στον στρατό (της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας) λόγω ψυχικής ασθένειας, το «Ι5 Ψυχολογικό» Βικιλεξικό
- Τη στρατιωτική του θητεία [ο Σιδηρόπουλος] δεν την έκανε. Ο ίδιος λέει γι’ αυτό: «Την άνοιξη του 1976 με ενάμησι μήνα [στο κέντρο κατάταξης στην] Τρίπολη, είκοσι μέρες [στο] 401 [Στρατιωτικό Νοσοκομείο] και τέσσερα ηλεκτροσόκ παίρνω τρελλόχαρτο [sic]»
- Περιμέναμε στη σκάλα ο ένας δίπλα στον άλλο, στοιβαγμένοι σαν σαρδέλες. Οι τσιγγάνοι (σχεδόν όλοι όσοι πήγαιναν για τρελόχαρτο ήταν τσιγγάνοι) που συνόδευαν τους δικούς τους φώναζαν
Ετυμολογία
τρελόχαρτο < τρελό- + χαρτ(ί) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρελόχαρτο | τρελόχαρτα |
| Γενική | τρελόχαρτου | τρελόχαρτων |
| Αιτιατική | τρελόχαρτο | τρελόχαρτα |
| Κλητική | τρελόχαρτο | τρελόχαρτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →