Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τρεχάλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το τρέξιμο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τρεχάλα < τρέχω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτρεχάλατρεχάλες
Γενικήτρεχάλας—
Αιτιατικήτρεχάλατρεχάλες
Κλητικήτρεχάλατρεχάλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

τρεχάλα

επίρρημα
•
  1. τρέχοντας Βικιλεξικό
    • Δίχως να πει λέξη, έπαιρνε τρεχάλα τις σκάλες κι έβγαινε στους δρόμους. (Θανάσης Πετσάλης - Διομήδης, Μαρία Πάρνη)

Ετυμολογία

τρεχάλα < τρέχω

Άλλοι τύποι

τρεχάλατρεχάλαςτρεχάλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →