τρεχάματα
•
- το αδιάκοπο τρέξιμο Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάοι έγνοιες, οι σκοτούρες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρεχάματα < τρέχ(ω) + κατάληξη πληθυντικού -άματα ουσιαστικών σε -αμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρεχάματα | τρεχάματα |
| Γενική | — | τρεχαμάτων |
| Αιτιατική | — | τρεχάματα |
| Κλητική | — | τρεχάματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →