τρεχάμενος
•
- τρέχων, που τρέχει Βικιλεξικό
- ο συνεχώς βιαστικός
- που βρίσκεται σε εξέλιξη (τρεχάμενο ζήτημα) Βικιλεξικό
- που ρέει Βικιλεξικό
- ασταθής κι αμφίβολος (τρεχάμενη ηθική) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρεχάμενος < → λείπει η ετυμολογία
Άλλοι τύποι
τρεχάμενατρεχάμενετρεχάμενεςτρεχάμενητρεχάμενηςτρεχάμενοτρεχάμενοιτρεχάμενοςτρεχάμενουτρεχάμενουςτρεχάμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →