Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τρεχάμενος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. τρέχων, που τρέχει Βικιλεξικό
    • ο συνεχώς βιαστικός
  2. που βρίσκεται σε εξέλιξη (τρεχάμενο ζήτημα) Βικιλεξικό
  3. που ρέει Βικιλεξικό
  4. ασταθής κι αμφίβολος (τρεχάμενη ηθική) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τρεχάμενος < → λείπει η ετυμολογία

Άλλοι τύποι

τρεχάμενατρεχάμενετρεχάμενεςτρεχάμενητρεχάμενηςτρεχάμενοτρεχάμενοιτρεχάμενοςτρεχάμενουτρεχάμενουςτρεχάμενων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →