τρεχάτος
•
- αυτός που βιάζεται και πάει γρήγορα κάπου Βικιλεξικό
- τρεχάτο σε βλέπω σήμερα! έχεις πολλή δουλειά;
- του τρεχάτου η μάνα ποτέ δεν έκλαψε, (Στάθης Ψάλτης)
Ετυμολογία
τρεχάτος < τρέχ(ω) + -άτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τρεχάτος | τρεχάτη | τρεχάτο |
| Γενική | τρεχάτου | τρεχάτης | τρεχάτου |
| Αιτιατική | τρεχάτο | τρεχάτη | τρεχάτο |
| Κλητική | τρεχάτε | τρεχάτη | τρεχάτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τρεχάτοι | τρεχάτες | τρεχάτα |
| Γενική | τρεχάτων | τρεχάτων | τρεχάτων |
| Αιτιατική | τρεχάτους | τρεχάτες | τρεχάτα |
| Κλητική | τρεχάτοι | τρεχάτες | τρεχάτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →