τριάζ
•
- νεολογισμόςη διαδικασία επιλογής ή απόρριψης ασθενών, θυμάτων κ.λπ., προς περίθαλψη, νοσηλεία, παροχή βοήθειας κ.λπ. Βικιλεξικό
- Διάταγμα για ασυλία σε ιατρούς και νοσηλευτές που κάνουν τριάζ (…) Όσον αφορά το ερώτημα για το πώς λειτουργεί το τριάζ (διαλογή) θεσμικά, αν π.χ. έχουν υπάρξει αποφάσεις από επιτροπές βιοηθικής, αναφέρει ότι δεν έχει συμβεί κάτι τέτοιο. (εφ. Τα Νέα, 07.04.2020)
Ετυμολογία
τριάζ < αγγλική triage < γαλλική triage < trier < λατινική tritus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος tero < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *terh₁- (τυλίγω, συστρέφω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →