τριάρα
•
- ποινή (αποβολή, φυλάκιση κ.λπ.) τριών ημερών Βικιλεξικό
- αθλητισμόςεπίτευξη τριών γκολ σε ποδοσφαιρικό αγώνα Βικιλεξικό
- συνήθως στον πληθυντικό: τριάρεςόταν σε παιχνίδι με ζάρια, το σύνολο των ζαριών δείχνουν τον αριθμό τρία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τριάρα < τρία + -άρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τριάρα | τριάρες |
| Γενική | τριάρας | — |
| Αιτιατική | τριάρα | τριάρες |
| Κλητική | τριάρα | τριάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →