τριήμερο
•
- χρονικό διάστημα τριών ημερών Βικιλεξικό
- ειδικότερατρεις ημέρες που περιλαμβάνουν αργίες ή και γιορτές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τριήμερο < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τριήμερο | τριήμερα |
| Γενική | τριήμερου | τριήμερων |
| Αιτιατική | τριήμερο | τριήμερα |
| Κλητική | τριήμερο | τριήμερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →