τριήρης
•
- ναυτικός όροςαρχαίο πολεμικό πλοίο με τρεις σειρές κουπιών και κωπηλατών εκατέρωθεν, δηλαδή συνολικά έξι· υπήρχαν όμως και τριήρεις με λιγότερες σειρές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τριήρης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τριήρης < τρι- + ἐρέσσω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →