Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τριαινοειδής

/tɾi.e.no.iˈðis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει μορφή τρίαινας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τριαινοειδής < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τριαινοειδής. Αναλύεται σε τρίαιν(α) + -ο- + -ειδής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτριαινοειδήςτριαινοειδήςτριαινοειδές
Γενικήτριαινοειδούςτριαινοειδούςτριαινοειδούς
Αιτιατικήτριαινοειδήτριαινοειδήτριαινοειδές
Κλητικήτριαινοειδή / τριαινοειδήςτριαινοειδήςτριαινοειδές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτριαινοειδείςτριαινοειδείςτριαινοειδή
Γενικήτριαινοειδώντριαινοειδώντριαινοειδών
Αιτιατικήτριαινοειδείςτριαινοειδείςτριαινοειδή
Κλητικήτριαινοειδείςτριαινοειδείςτριαινοειδή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →