τριακονθήμερος
•
- που διαρκεί τριάντα μέρες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τριακονθήμερος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τριακονθήμερος | τριακονθήμερη | τριακονθήμερο |
| Γενική | τριακονθήμερου | τριακονθήμερης | τριακονθήμερου |
| Αιτιατική | τριακονθήμερο | τριακονθήμερη | τριακονθήμερο |
| Κλητική | τριακονθήμερε | τριακονθήμερη | τριακονθήμερο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τριακονθήμεροι | τριακονθήμερες | τριακονθήμερα |
| Γενική | τριακονθήμερων | τριακονθήμερων | τριακονθήμερων |
| Αιτιατική | τριακονθήμερους | τριακονθήμερες | τριακονθήμερα |
| Κλητική | τριακονθήμεροι | τριακονθήμερες | τριακονθήμερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →