Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τριακονθήμερος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που διαρκεί τριάντα μέρες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τριακονθήμερος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτριακονθήμεροςτριακονθήμερητριακονθήμερο
Γενικήτριακονθήμερουτριακονθήμερηςτριακονθήμερου
Αιτιατικήτριακονθήμεροτριακονθήμερητριακονθήμερο
Κλητικήτριακονθήμερετριακονθήμερητριακονθήμερο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτριακονθήμεροιτριακονθήμερεςτριακονθήμερα
Γενικήτριακονθήμερωντριακονθήμερωντριακονθήμερων
Αιτιατικήτριακονθήμερουςτριακονθήμερεςτριακονθήμερα
Κλητικήτριακονθήμεροιτριακονθήμερεςτριακονθήμερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →