Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τριακοσιοστός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αντιστοιχεί στη θέση υπ' αριθμόν τριακόσια (300) Βικιλεξικό
  2. ο ένας από τους τριακόσιους ίσους όρους ενός συνόλου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τριακοσιοστός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτριακοσιοστόςτριακοσιοστήτριακοσιοστό
Γενικήτριακοσιοστούτριακοσιοστήςτριακοσιοστού
Αιτιατικήτριακοσιοστότριακοσιοστήτριακοσιοστό
Κλητικήτριακοσιοστέτριακοσιοστήτριακοσιοστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτριακοσιοστοίτριακοσιοστέςτριακοσιοστά
Γενικήτριακοσιοστώντριακοσιοστώντριακοσιοστών
Αιτιατικήτριακοσιοστούςτριακοσιοστέςτριακοσιοστά
Κλητικήτριακοσιοστοίτριακοσιοστέςτριακοσιοστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →