τριανδρία
•
- ιστορίαόρος της πολιτικής στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία για την τριαρχία. Αρχικά σήμαινε την άσκηση απλών δημοτικών εξουσιών (π.χ. επίβλεψη των φυλακών), αλλά κατοπινά σήμαινε την άσκηση πολιτικής εξουσίας σε όλη την αυτοκρατορία από τρεις ισοδύναμους άνδρες, εκπροσώπους ισάριθμων τάσεων τότε στα στρατεύματα και στην πολιτική Βικιλεξικό
- ομάδα από τρεις άνδρες που συγκυβερνούν ή συνδιοικούν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τριανδρία < τρι (από το τρία) + ανδρ (από το θέμα της γενικής ἀνδρός της λέξης ἀνήρ, + -ία, μεταφραστικό δάνειο από τη λατινική triumviratus και γαλλικά triumvirat
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τριανδρία | τριανδρίες |
| Γενική | τριανδρίας | τριανδριών |
| Αιτιατική | τριανδρία | τριανδρίες |
| Κλητική | τριανδρία | τριανδρίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →