τριανταφυλλής
•
- που έχει το χρώμα του τριαντάφυλλου Βικιλεξικό
- Μικρό πουλί τριανταφυλλί, δεμένο με κλωστίτσα, με τα σγουρά φτεράκια του στον ήλιο πεταρίζει, Κι αν το τηράξεις μια φορά θα σου χαμογελάσει κι αν το τηράξεις δυο και τρεις θ’ αρχίσεις το τραγούδι.
Ετυμολογία
τριανταφυλλής < τριαντάφυλλ(ο) + -ής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τριανταφυλλής | τριανταφυλλιά | τριανταφυλλί |
| Γενική | τριανταφυλλή / τριανταφυλλιού | τριανταφυλλιάς | τριανταφυλλί / τριανταφυλλιού |
| Αιτιατική | τριανταφυλλή | τριανταφυλλιά | τριανταφυλλί |
| Κλητική | τριανταφυλλή | τριανταφυλλιά | τριανταφυλλί |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τριανταφυλλιοί | τριανταφυλλιές | τριανταφυλλιά |
| Γενική | τριανταφυλλιών | τριανταφυλλιών | τριανταφυλλιών |
| Αιτιατική | τριανταφυλλιούς | τριανταφυλλιές | τριανταφυλλιά |
| Κλητική | τριανταφυλλιοί | τριανταφυλλιές | τριανταφυλλιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →