Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τριανταφυλλής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει το χρώμα του τριαντάφυλλου Βικιλεξικό
    • Μικρό πουλί τριανταφυλλί, δεμένο με κλωστίτσα, με τα σγουρά φτεράκια του στον ήλιο πεταρίζει, Κι αν το τηράξεις μια φορά θα σου χαμογελάσει κι αν το τηράξεις δυο και τρεις θ’ αρχίσεις το τραγούδι.

Ετυμολογία

τριανταφυλλής < τριαντάφυλλ(ο) + -ής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτριανταφυλλήςτριανταφυλλιάτριανταφυλλί
Γενικήτριανταφυλλή / τριανταφυλλιούτριανταφυλλιάςτριανταφυλλί / τριανταφυλλιού
Αιτιατικήτριανταφυλλήτριανταφυλλιάτριανταφυλλί
Κλητικήτριανταφυλλήτριανταφυλλιάτριανταφυλλί

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτριανταφυλλιοίτριανταφυλλιέςτριανταφυλλιά
Γενικήτριανταφυλλιώντριανταφυλλιώντριανταφυλλιών
Αιτιατικήτριανταφυλλιούςτριανταφυλλιέςτριανταφυλλιά
Κλητικήτριανταφυλλιοίτριανταφυλλιέςτριανταφυλλιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →