τριαξονικός
•
- που αφορά όχημα (π.χ. φορτηγό) που διαθέτει τρεις άξονες, δηλαδή τρία συστήματα τροχών που στηρίζουν και κινούν το όχημα, γεγονός που αυξάνει τη σταθερότητα και τη δυνατότητα μεταφοράς μεγαλύτερου βάρους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τριαξονικός < τρι- + άξονας + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τριαξονικός | τριαξονική | τριαξονικό |
| Γενική | τριαξονικού | τριαξονικής | τριαξονικού |
| Αιτιατική | τριαξονικό | τριαξονική | τριαξονικό |
| Κλητική | τριαξονικέ | τριαξονική | τριαξονικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τριαξονικοί | τριαξονικές | τριαξονικά |
| Γενική | τριαξονικών | τριαξονικών | τριαξονικών |
| Αιτιατική | τριαξονικούς | τριαξονικές | τριαξονικά |
| Κλητική | τριαξονικοί | τριαξονικές | τριαξονικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →