τριβή
•
- φυσικήη αντίσταση στη κίνηση ενός σώματος πάνω σε μια επιφάνεια, ή μέσα σ΄ ένα ρευστό μέσον Βικιλεξικό
- Η τριβή ως δύναμη έχει αντίθετη φορά της κίνησης και συμβολίζεται με το γράμμα Τ. Διακρίνεται σε στατική τριβή, τριβή ολίσθησης και τριβή κύλισης.
- βασικότερο στοιχείο της τριβής είναι ο συντελεστής τριβής
- η φθορά που παρατηρείται από την παραπάνω αντίσταση Βικιλεξικό
- μεταφορικάη απόκτηση εμπειρίας πάνω σε ένα θέμα ή δραστηριότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τριβή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τριβή < τρίβω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τριβή | τριβές |
| Γενική | τριβής | τριβών |
| Αιτιατική | τριβή | τριβές |
| Κλητική | τριβή | τριβές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →