τριβελίζω
•
- παρωχημένοανοίγω τρύπες με τρυπάνι (τριβέλι) Βικιλεξικό
- μεταφορικάβασανίζω, ταλαιπωρώ, γυροφέρνω στο μυαλό όπως το τριβέλι Βικιλεξικό
- 20ός αιώνας ⌘ Μ. Καραγάτσης, 1908‑1960 Γιούγκερμαν, 1938-1941 [μυθιστόρημα]
Ετυμολογία
τριβελίζω < τριβέλ(ι) + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τριβελίζω | τριβελίζεις | τριβελίζει | τριβελίζουμε | τριβελίζετε | τριβελίζουν / τριβελίζουνε |
| Παρατατικός | τριβέλιζα | τριβέλιζες | τριβέλιζε | τριβελίζαμε | τριβελίζατε | τριβέλιζαν / τριβελίζαν / τριβελίζανε |
| Αόριστος | τριβέλισα | τριβέλισες | τριβέλισε | τριβελίσαμε | τριβελίσατε | τριβέλισαν / τριβελίσαν / τριβελίσανε |
| Μέλλοντας | θα τριβελίζω / θα τριβελίσω | θα τριβελίζεις / θα τριβελίσεις | θα τριβελίζει / θα τριβελίσει | θα τριβελίζουμε / θα τριβελίσουμε | θα τριβελίζετε / θα τριβελίσετε | θα τριβελίζουν / θα τριβελίζουνε / θα τριβελίσουν / θα τριβελίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τριβελίσει | έχεις τριβελίσει | έχει τριβελίσει | έχουμε τριβελίσει | έχετε τριβελίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τριβελίσει | είχες τριβελίσει | είχε τριβελίσει | είχαμε τριβελίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τριβελίσει / να τριβελίζω / να τριβελίσω | να έχεις τριβελίσει / να τριβελίζεις / να τριβελίσεις | να έχει τριβελίσει / να τριβελίζει / να τριβελίσει | να έχουμε τριβελίσει / να τριβελίζουμε / να τριβελίσουμε | να έχετε τριβελίσει / να τριβελίζετε / να τριβελίσετε | να τριβελίζουν / να τριβελίζουνε / να τριβελίσουν / να τριβελίσουνε |
| Προστακτική | — | τριβέλιζε / τριβέλισε | — | — | τριβελίζετε / τριβελίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →