Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τριβόμενο σύμφωνο

/triˈvo.me.no ˈsiɱ.fo.no/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. φωνητικήσύμφωνο που ταξινομείται ως τριβόμενο με βάση τον τρόπο άρθρωσής του, με ακουστή τριβή (πιο συγκεκριμένα με μερικό κλείσιμο των αρθρωτών που επιτρέπει την ροή του αέρα) Βικιλεξικό
    • Τα τριβόμενα σύμφωνα της νέας ελληνικής γλώσσας είναι τα [v γ ð θ x s z].

Ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτριβόμενο σύμφωνοτριβόμενα σύμφωνα
Γενικήτριβομένου συμφώνου / τριβόμενου συμφώνουτριβομένων συμφώνων / τριβόμενων συμφώνων
Αιτιατικήτριβόμενο σύμφωνοτριβόμενα σύμφωνα
Κλητικήτριβόμενο σύμφωνοτριβόμενα σύμφωνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →