τριβόμενο σύμφωνο
•
- φωνητικήσύμφωνο που ταξινομείται ως τριβόμενο με βάση τον τρόπο άρθρωσής του, με ακουστή τριβή (πιο συγκεκριμένα με μερικό κλείσιμο των αρθρωτών που επιτρέπει την ροή του αέρα) Βικιλεξικό
- Τα τριβόμενα σύμφωνα της νέας ελληνικής γλώσσας είναι τα [v γ ð θ x s z].
Ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τριβόμενο σύμφωνο | τριβόμενα σύμφωνα |
| Γενική | τριβομένου συμφώνου / τριβόμενου συμφώνου | τριβομένων συμφώνων / τριβόμενων συμφώνων |
| Αιτιατική | τριβόμενο σύμφωνο | τριβόμενα σύμφωνα |
| Κλητική | τριβόμενο σύμφωνο | τριβόμενα σύμφωνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →