Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τριγμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο ήχος που ακούγεται όταν κάτι τρίζει Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη πρώτη ένδειξη ότι ένα σύστημα απειλείται από σοβαρό κίνδυνο αποσταθεροποίησης και ίσως κατάρρευσης Βικιλεξικό
    • Τριγμοί στο τραπεζικό σύστημα του Αφγανιστάν (Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 3 Σεπτεμβρίου 2010 )

Ετυμολογία

τριγμός, λόγια λέξη < αρχαία ελληνική < τρίζω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτριγμόςτριγμοί
Γενικήτριγμούτριγμών
Αιτιατικήτριγμότριγμούς
Κλητικήτριγμέτριγμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →