Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τριγύρω

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. οι γείτονες, οι περίοικοι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τριγύρω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τριγύρω < τρι- (για υπερβολή) + γύρω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

τριγύρω

επίθετο
•
  1. οι γειτονικοί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τριγύρω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τριγύρω < τρι- (για υπερβολή) + γύρω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

τριγύρω

επίρρημα
•
  1. προς ή σε όλες τις κατευθύνσεις Βικιλεξικό
    • μόλις έριξα το στάρι, μαζεύτηκαν από τριγύρω περιστέρια
    • Η μάνα μου την κανάκευε και σβουριζόταν τριγύρω της να της φτιάξει τίλιο. Της φώναζε δυνατά στ' αυτί, αλλά κουφή δεν ήταν. « Θες τίλιο, βάβα Ελενίτσα; Τίλιο λέω, θες;» Η γριά τής έκανε ένα νόημα με το χέρι. «Σάξε ένα τίλιο» μόνο και μόνο για να την ξεφορτωθεί (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδόσεις Καστανιώτη, 2011)

Ετυμολογία

τριγύρω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τριγύρω < τρι- (για υπερβολή) + γύρω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →