Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τριετία

/tɾi.eˈti.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. χρονικό διάστημα τριών χρόνων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τριετία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τριετία. Συγχρονικά αναλύεται σε τρι- + -ετία (έτος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτριετίατριετίες
Γενικήτριετίαςτριετιών
Αιτιατικήτριετίατριετίες
Κλητικήτριετίατριετίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →