Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τρικάκι

/tɾiˈka.ci/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μικρό κομμάτι χαρτιού με διαφημιστικό περιεχόμενο ή πολιτικό σύνθημα Βικιλεξικό
    • Δεν ξόδεψα ποτέ δραχμή ως υποψήφιος, γιατί δεν το είχα ανάγκη. Τι να πληρώσω στην Ημαθία; Να πάω να βγάλω αφίσες και τρικάκια; Ήμουνα ήδη τόσο γνωστός υποψήφιος που δεν είχα κανένα νόημα. (Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, Στον ίδιο δρόμο, εκδ. Πατάκη, 2024)
    • ..το σχολείο ήταν χτισμένο στις παρυφές της Πάνω Πόλης. Σ'εκείνη την αυλή των θαυμάτων, τη στρωμένη ροχάλες, αποτσίγαρα και πρωτόγονα διαφημιστικά τρικάκια από φροντιστήρια σε μαύρο άσπρο, χειμαζόταν ένα μεγάλο κοπάδι εφήβων. (Ισίδωρος Ζουργός, Ανεμώλια, 2016)

Ετυμολογία

τρικάκι < τρικ + -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτρικάκιτρικάκια
Γενική——
Αιτιατικήτρικάκιτρικάκια
Κλητικήτρικάκιτρικάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →