τρικάμερο
•
- νεολογισμόςγια κινητό ή άλλη συσκευή που έχει τρεις κάμερες για φωτογράφιση ή λήψη βίντεο Βικιλεξικό
- νεολογισμόςτεχνική γυρίσματος, λήψης με τρεις κάμερες Βικιλεξικό
- «Το μονοκάμερο είναι η πλέον κινηματογραφική τεχνική, ενώ το τρικάμερο είναι διαδεδομένο σε τηλεοπτικές εκπομπές και σειρές» (Γιώργος Κόκουβας)
Ετυμολογία
τρικάμερο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου τρικάμερος < τρι- + κάμερα < ιταλική camera < λατινική camera (obscura) < αρχαία ελληνική καμάρα (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρικάμερο | τρικάμερα |
| Γενική | τρικάμερου | τρικάμερων |
| Αιτιατική | τρικάμερο | τρικάμερα |
| Κλητική | τρικάμερο | τρικάμερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →