Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τρικέρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. χαρακτηρισμός του διαβόλου Βικιλεξικό
  2. ιδιωματικόαπατημένος σύζυγος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τρικέρης < τρι- + κέρ(ας) + -ης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτρικέρηςτρικέρηδες
Γενικήτρικέρητρικέρηδων
Αιτιατικήτρικέρητρικέρηδες
Κλητικήτρικέρητρικέρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →