τρικέρης
•
- χαρακτηρισμός του διαβόλου Βικιλεξικό
- ιδιωματικόαπατημένος σύζυγος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρικέρης < τρι- + κέρ(ας) + -ης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρικέρης | τρικέρηδες |
| Γενική | τρικέρη | τρικέρηδων |
| Αιτιατική | τρικέρη | τρικέρηδες |
| Κλητική | τρικέρη | τρικέρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →