τρικλοποδιά
•
- η εσκεμμένη τοποθέτηση του ποδιού (ή άλλου μέσου: π.χ. ραβδιού) ανάμεσα από τα πόδια άλλου, προκειμένου να πέσει Βικιλεξικό
- μεταφορικάύπουλη (και ενδεχομένως ανήθικη) ενέργεια που βλάπτει , παρεμποδίζει ή υποσκελίζει κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρικλοποδιά < *τριπλοποδιά < *τριπλοπόδης (είδος καλικάντζαρου) < αρχαία ελληνική τριπλόος / τριπλοῦς + πούς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρικλοποδιά | τρικλοποδιές |
| Γενική | τρικλοποδιάς | τρικλοποδιών |
| Αιτιατική | τρικλοποδιά | τρικλοποδιές |
| Κλητική | τρικλοποδιά | τρικλοποδιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →