Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τρικλοποδιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η εσκεμμένη τοποθέτηση του ποδιού (ή άλλου μέσου: π.χ. ραβδιού) ανάμεσα από τα πόδια άλλου, προκειμένου να πέσει Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάύπουλη (και ενδεχομένως ανήθικη) ενέργεια που βλάπτει , παρεμποδίζει ή υποσκελίζει κάποιον Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τρικλοποδιά < *τριπλοποδιά < *τριπλοπόδης (είδος καλικάντζαρου) < αρχαία ελληνική τριπλόος / τριπλοῦς + πούς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτρικλοποδιάτρικλοποδιές
Γενικήτρικλοποδιάςτρικλοποδιών
Αιτιατικήτρικλοποδιάτρικλοποδιές
Κλητικήτρικλοποδιάτρικλοποδιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →