τριμηνιαίος
•
- που συμβαίνει κάθε τρεις μήνες Βικιλεξικό
- τριμηνιαίο περιοδικό (αυτό που εκδίδεται κάθε τρεις μήνες) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τριμηνιαίος < τρι- + μηνιαίος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τριμηνιαίος | τριμηνιαία | τριμηνιαίο |
| Γενική | τριμηνιαίου | τριμηνιαίας | τριμηνιαίου |
| Αιτιατική | τριμηνιαίο | τριμηνιαία | τριμηνιαίο |
| Κλητική | τριμηνιαίε | τριμηνιαία | τριμηνιαίο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τριμηνιαίοι | τριμηνιαίες | τριμηνιαία |
| Γενική | τριμηνιαίων | τριμηνιαίων | τριμηνιαίων |
| Αιτιατική | τριμηνιαίους | τριμηνιαίες | τριμηνιαία |
| Κλητική | τριμηνιαίοι | τριμηνιαίες | τριμηνιαία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →