τριπλούν
•
- αθλητισμόςονομασία αθλήματος του στίβου όπου ο αθλητής δικαιούται να κάνει δύο άλματα και στο τρίτο να καταλήξει στο σκάμμα Βικιλεξικό
- ιατρικήκοινή ονομασία του τριπλού εμβολίου για τη διφθερίτιδα, τον τέτανο και τον κοκκύτη Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: τριπλό εμβόλιο
Ετυμολογία
τριπλούν < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τριπλοῦν, ουδέτερο του τριπλοῦς, συνηρημένου τύπου του τριπλόος, ουσιαστικοποιημένο σε εκφράσεις και περικοπές όπως: άλμα εις τριπλούν & τριπλούν (εννοείται: εμβόλιο)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →