τριποδίζω
•
- για άλογαπηγαίνω με τριποδισμό Βικιλεξικό
- για αναβάτεςεκτελώ τριποδισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τριποδίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τριποδίζω | τριποδίζεις | τριποδίζει | τριποδίζουμε | τριποδίζετε | τριποδίζουν / τριποδίζουνε |
| Παρατατικός | τριπόδιζα | τριπόδιζες | τριπόδιζε | τριποδίζαμε | τριποδίζατε | τριποδίζαν / τριποδίζανε / τριπόδιζαν |
| Αόριστος | τριπόδισα | τριπόδισες | τριπόδισε | τριποδίσαμε | τριποδίσατε | τριποδίσαν / τριποδίσανε / τριπόδισαν |
| Μέλλοντας | θα τριποδίζω / θα τριποδίσω | θα τριποδίζεις / θα τριποδίσεις | θα τριποδίζει / θα τριποδίσει | θα τριποδίζουμε / θα τριποδίσουμε | θα τριποδίζετε / θα τριποδίσετε | θα τριποδίζουν / θα τριποδίζουνε / θα τριποδίσουν / θα τριποδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τριποδίσει | έχεις τριποδίσει | έχει τριποδίσει | έχουμε τριποδίσει | έχετε τριποδίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τριποδίσει | είχες τριποδίσει | είχε τριποδίσει | είχαμε τριποδίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τριποδίσει / να τριποδίζω / να τριποδίσω | να έχεις τριποδίσει / να τριποδίζεις / να τριποδίσεις | να έχει τριποδίσει / να τριποδίζει / να τριποδίσει | να έχουμε τριποδίσει / να τριποδίζουμε / να τριποδίσουμε | να έχετε τριποδίσει / να τριποδίζετε / να τριποδίσετε | να τριποδίζουν / να τριποδίζουνε / να τριποδίσουν / να τριποδίσουνε |
| Προστακτική | — | τριπόδιζε / τριπόδισε | — | — | τριποδίζετε / τριποδίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →