τρισάγιο
•
- μουσικήo ύμνος στην Αγία Τριάδα Βικιλεξικό
- η δέηση υπέρ θανόντος ή θανόντων, για την ανάπαυση ψυχής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρισάγιο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τρισάγιον, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου τρισάγιος < ελληνιστική κοινή τρισάγιος < αρχαία ελληνική τρίς + ἅγιος :* ως τίτλος ύμνου: (καθαρεύουσα) τρισάγιον (μαρτυρείται από το 1856)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρισάγιο | τρισάγια |
| Γενική | τρισάγιου | τρισάγιων |
| Αιτιατική | τρισάγιο | τρισάγια |
| Κλητική | τρισάγιο | τρισάγια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →