Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τρισπήλαιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει τρεις σπηλιές ή αποτελείται από τρεις σπηλιές Βικιλεξικό
    • Βορειανατολικά του ναού Γενεσίου της Θεοτόκου στην περιοχή των Κοφινίων στα Μετέωρα, στη νότια πλευρά του βράχου Πυξάρι και πάνω αριστερά από τη μονή του αγίου Αντωνίου βρίσκεται το τρισπήλαιο ασκητήριο του οσίου Γρηγορίου.

Ετυμολογία

τρισπήλαιος < τρι- + σπήλαιο + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτρισπήλαιοςτρισπήλαιατρισπήλαιο
Γενικήτρισπήλαιουτρισπήλαιαςτρισπήλαιου
Αιτιατικήτρισπήλαιοτρισπήλαιατρισπήλαιο
Κλητικήτρισπήλαιετρισπήλαιατρισπήλαιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτρισπήλαιοιτρισπήλαιεςτρισπήλαια
Γενικήτρισπήλαιωντρισπήλαιωντρισπήλαιων
Αιτιατικήτρισπήλαιουςτρισπήλαιεςτρισπήλαια
Κλητικήτρισπήλαιοιτρισπήλαιεςτρισπήλαια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →