τριτεξαδέλφη
•
- θηλυκό του τριτεξάδελφος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τριτεξαδέλφη < τριτεξάδελφος + -η
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τριτεξαδέλφη | τριτεξαδέλφες |
| Γενική | τριτεξαδέλφης | τριτεξαδελφών |
| Αιτιατική | τριτεξαδέλφη | τριτεξαδέλφες |
| Κλητική | τριτεξαδέλφη | τριτεξαδέλφες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →