τριτημόριο
•
- το ένα από τα τρία μέρη διαιρεμένου συνόλου-όλου Βικιλεξικό
- ο βενετός βάϊλος ανέδειξε έξι νέους κυρίους του νησιού, δύο για κάθε τριτημόριο, εγκαινιάζοντας, έτσι, την έμμεση, αλλά ουσιαστική κυριαρχία της Βενετίας στο χώρο (Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Ο Θεσμός των αστικών κοινοτήτων στον ελληνικό χώρο κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας (13ος-18ος αι.): μία συνθετική προσέγγιση, Ελληνικόν Ινστιτούτον της Βενετίας, 2004, σελ. 192)
Ετυμολογία
τριτημόριο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τριτημόριον < (τρίτος) τριτη- + μόριον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τριτημόριο | τριτημόρια |
| Γενική | τριτημορίου / τριτημόριου | τριτημορίων |
| Αιτιατική | τριτημόριο | τριτημόρια |
| Κλητική | τριτημόριο | τριτημόρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →