τριτοβάθμιος
•
- που λειτουργεί ως η τρίτη βαθμίδα ενός συστήματος Βικιλεξικό
- τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ είναι τριτοβάθμια εκπαιδευτικά ιδρύματα
Ετυμολογία
τριτοβάθμιος < τριτο- + -βάθμιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τριτοβάθμιος | τριτοβάθμια | τριτοβάθμιο |
| Γενική | τριτοβάθμιου | τριτοβάθμιας | τριτοβάθμιου |
| Αιτιατική | τριτοβάθμιο | τριτοβάθμια | τριτοβάθμιο |
| Κλητική | τριτοβάθμιε | τριτοβάθμια | τριτοβάθμιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τριτοβάθμιοι | τριτοβάθμιες | τριτοβάθμια |
| Γενική | τριτοβάθμιων | τριτοβάθμιων | τριτοβάθμιων |
| Αιτιατική | τριτοβάθμιους | τριτοβάθμιες | τριτοβάθμια |
| Κλητική | τριτοβάθμιοι | τριτοβάθμιες | τριτοβάθμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →