Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τριτοκοσμικός

/tɾi.to.ko.zmiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με τον Τρίτο Κόσμο, αναφέρεται σ’ αυτόν, ανήκει ή ταιριάζει σ’ αυτόν Βικιλεξικό
  2. μειωτικόπου ταιριάζει σε κατώτερους, που δεν προσιδιάζει σε ανθρώπινη συμπεριφορά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τριτοκοσμικός < Τρίτος Κόσμος + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική third-world)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτριτοκοσμικόςτριτοκοσμικήτριτοκοσμικό
Γενικήτριτοκοσμικούτριτοκοσμικήςτριτοκοσμικού
Αιτιατικήτριτοκοσμικότριτοκοσμικήτριτοκοσμικό
Κλητικήτριτοκοσμικέτριτοκοσμικήτριτοκοσμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτριτοκοσμικοίτριτοκοσμικέςτριτοκοσμικά
Γενικήτριτοκοσμικώντριτοκοσμικώντριτοκοσμικών
Αιτιατικήτριτοκοσμικούςτριτοκοσμικέςτριτοκοσμικά
Κλητικήτριτοκοσμικοίτριτοκοσμικέςτριτοκοσμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →