τριτοκοσμικός
•
- που σχετίζεται με τον Τρίτο Κόσμο, αναφέρεται σ’ αυτόν, ανήκει ή ταιριάζει σ’ αυτόν Βικιλεξικό
- μειωτικόπου ταιριάζει σε κατώτερους, που δεν προσιδιάζει σε ανθρώπινη συμπεριφορά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τριτοκοσμικός < Τρίτος Κόσμος + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική third-world)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τριτοκοσμικός | τριτοκοσμική | τριτοκοσμικό |
| Γενική | τριτοκοσμικού | τριτοκοσμικής | τριτοκοσμικού |
| Αιτιατική | τριτοκοσμικό | τριτοκοσμική | τριτοκοσμικό |
| Κλητική | τριτοκοσμικέ | τριτοκοσμική | τριτοκοσμικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τριτοκοσμικοί | τριτοκοσμικές | τριτοκοσμικά |
| Γενική | τριτοκοσμικών | τριτοκοσμικών | τριτοκοσμικών |
| Αιτιατική | τριτοκοσμικούς | τριτοκοσμικές | τριτοκοσμικά |
| Κλητική | τριτοκοσμικοί | τριτοκοσμικές | τριτοκοσμικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →