Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τριφωσφορυλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με τριφωσφορύλιο ή τριφωσφορυλίωση Βικιλεξικό
  2. αυτός που φέρει στο μόριό του τρεις φωσφορυλομάδες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τριφωσφορυλικός < τρι- + φωσφορυλικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτριφωσφορυλικόςτριφωσφορυλική / τριφωσφορυλικητριφωσφορυλικο / τριφωσφορυλικό
Γενικήτριφωσφορυλικούτριφωσφορυλικήςτριφωσφορυλικού
Αιτιατικήτριφωσφορυλικότριφωσφορυλικήτριφωσφορυλικό
Κλητικήτριφωσφορυλικέτριφωσφορυλικήτριφωσφορυλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτριφωσφορυλικοίτριφωσφορυλικέςτριφωσφορυλικά
Γενικήτριφωσφορυλικώντριφωσφορυλικώντριφωσφορυλικών
Αιτιατικήτριφωσφορυλικούςτριφωσφορυλικέςτριφωσφορυλικά
Κλητικήτριφωσφορυλικοίτριφωσφορυλικέςτριφωσφορυλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →