τριφωσφορυλικός
•
- ο σχετικός με τριφωσφορύλιο ή τριφωσφορυλίωση Βικιλεξικό
- αυτός που φέρει στο μόριό του τρεις φωσφορυλομάδες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τριφωσφορυλικός < τρι- + φωσφορυλικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τριφωσφορυλικός | τριφωσφορυλική / τριφωσφορυλικη | τριφωσφορυλικο / τριφωσφορυλικό |
| Γενική | τριφωσφορυλικού | τριφωσφορυλικής | τριφωσφορυλικού |
| Αιτιατική | τριφωσφορυλικό | τριφωσφορυλική | τριφωσφορυλικό |
| Κλητική | τριφωσφορυλικέ | τριφωσφορυλική | τριφωσφορυλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τριφωσφορυλικοί | τριφωσφορυλικές | τριφωσφορυλικά |
| Γενική | τριφωσφορυλικών | τριφωσφορυλικών | τριφωσφορυλικών |
| Αιτιατική | τριφωσφορυλικούς | τριφωσφορυλικές | τριφωσφορυλικά |
| Κλητική | τριφωσφορυλικοί | τριφωσφορυλικές | τριφωσφορυλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →