Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τριχιά

/tɾiˈça/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το τρίχινο σχοινί, σχοινί που έχει φτιαχτεί από πλέξιμο τριχών Βικιλεξικό
  2. γενικότεραχαρακτηρισμός για πολύ χοντρό σχοινί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τριχιά < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή τριχία, με συνίζηση για αποφυγή της χασμωδίας. : Σύμφωνα με τον Κάτο < μεσαιωνική ελληνική τριχέα < ελληνιστική κοινή τρίχα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτριχιάτριχιές
Γενικήτριχιάςτριχιών
Αιτιατικήτριχιάτριχιές
Κλητικήτριχιάτριχιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →