Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τριψήφιος

/tɾiˈpsi.fi.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για αριθμόπου αποτελείται από τρία ψηφία, τρεις αριθμούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τριψήφιος < τρι- + -ψήφιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτριψήφιοςτριψήφιατριψήφιο
Γενικήτριψήφιουτριψήφιαςτριψήφιου
Αιτιατικήτριψήφιοτριψήφιατριψήφιο
Κλητικήτριψήφιετριψήφιατριψήφιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτριψήφιοιτριψήφιεςτριψήφια
Γενικήτριψήφιωντριψήφιωντριψήφιων
Αιτιατικήτριψήφιουςτριψήφιεςτριψήφια
Κλητικήτριψήφιοιτριψήφιεςτριψήφια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →