Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τριψιάνα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ψωμί τριμμένο σε γάλα Βικιλεξικό
    • Τριψιάνα: άρτος τετριμμένος εντός ζωμού φαγητόν σύνηθες των χωρικών (Φαίδων Ι. Κουκούλης, Οινουντιακά, ή, Μελέτη περί της ιστορίας των ηθών και εθίμων και του γλωσσικού ιδιώματος του δήμου Οινούντος της επαρχίας Λακεδαίμονος, 1908, σελ. 302)
  2. φρυγανιά Βικιλεξικό
    • τριβάλα, η αλλαχού τριψιάνα, και πυρωμάδα, τεμάχιον άρτου πεφρυγμένον , ή άλλως φρυγανιά (Αθηνά: σύγγραμμα περιοδικόν της εν Αθήναις Επιστημονικής Εταιρείας, τόμοι 58-59, εκ του τυπογραφείου των αδελφών Περρέ, 1954, σελ. 18)

Ετυμολογία

τριψιάνα < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτριψιάνατριψιάνες
Γενικήτριψιάνας—
Αιτιατικήτριψιάνατριψιάνες
Κλητικήτριψιάνατριψιάνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →