Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τριόδι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. είδος παιχνιδιού που παίζεται με εννιά πέτρες, παρόμοιο με τον γραμμισμό, διαγραμμισμό των αρχαίων παρόλο που εκείνο το παιχνίδι παιζόταν με 60 ψήφους Βικιλεξικό
    • Εννειάπετρο, το παρ' άλλοις τριόδι παίζεται μ' εννειά πετράδια εκατέρωθεν (Αντώνιος Ν. Βαλλήνδας, Πάρεργα, φιλολογικά πονήματα, τεύχος Α, Ερμούπολη, Τύποις Αδελφών Καμπάνη, 1887, σελ. 65 https://books.google.gr/books?id=HAtZAAAAYAAJ&dq=%CF%84%CF%81%CE%B9%CF%8C%CE%B4%CE%B9&pg=PA65#v=onepage&q=%CF%84%CF%81%CE%B9%CF%8C%CE%B4%CE%B9&f=false)

Ετυμολογία

τριόδι < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτριόδιτριόδια
Γενικήτριοδιούτριοδιών
Αιτιατικήτριόδιτριόδια
Κλητικήτριόδιτριόδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →