Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τριώνυμο

/tɾiˈo.ni.mo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μαθηματικάάθροισμα τριών μονωνύμων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τριώνυμο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα τριώνυμ(ον) + -ο, ουδέτερο για την ελληνιστική κοινή τριώνυμος (με τρία ονόματα), λόγιο δάνειο από τη γαλλική trinôme < tri- (τρι-) + -nôme με τη σημασία «όνομα» -ώνυμο. Για την εκδοχή της σημασίας «νόμος» (μέρος) θα ήταν σφαλερή δημιουργία, αντί του τρί-νομο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτριώνυμοτριώνυμα
Γενικήτριωνύμου / τριώνυμουτριωνύμων
Αιτιατικήτριώνυμοτριώνυμα
Κλητικήτριώνυμοτριώνυμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →