Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τροβαδούρος

/tɾo.vaˈðu.ɾos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. περιπλανώμενος τραγουδιστής λυρικών και ιπποτικών τραγουδιών στις ηγεμονικές αυλές τον Μεσαίωνα (συνήθως στο ιδίωμα langue d'oc) Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασητραγουδιστής λυρικών ή/και ερωτικών τραγουδιών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τροβαδούρος < (άμεσο δάνειο) γαλλική troubadour < παλαιά γαλλική troubadour < παλαιά οξιτανική trobar < λατινική tropus < αρχαία ελληνική τρόπος (αντιδάνειο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτροβαδούροςτροβαδούροι
Γενικήτροβαδούρουτροβαδούρων
Αιτιατικήτροβαδούροτροβαδούρους
Κλητικήτροβαδούρετροβαδούροι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →