τροβαδούρος
•
- περιπλανώμενος τραγουδιστής λυρικών και ιπποτικών τραγουδιών στις ηγεμονικές αυλές τον Μεσαίωνα (συνήθως στο ιδίωμα langue d'oc) Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητραγουδιστής λυρικών ή/και ερωτικών τραγουδιών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τροβαδούρος < (άμεσο δάνειο) γαλλική troubadour < παλαιά γαλλική troubadour < παλαιά οξιτανική trobar < λατινική tropus < αρχαία ελληνική τρόπος (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τροβαδούρος | τροβαδούροι |
| Γενική | τροβαδούρου | τροβαδούρων |
| Αιτιατική | τροβαδούρο | τροβαδούρους |
| Κλητική | τροβαδούρε | τροβαδούροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →