τροκάνι
•
- μικρή τροκάνα, κουδουνάκι που κρεμούν στα μικρά ζώα Βικιλεξικό
- μουσικό όργανολαϊκό μουσικό όργανο, τροκάνα με σχήμα ισοσκελούς τραπεζίου (όχι στρογγυλεμένο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τροκάνι < τροκάν(α) + υποκοριστικό επίθημα -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τροκάνι | τροκάνια |
| Γενική | τροκανιού | τροκανιών |
| Αιτιατική | τροκάνι | τροκάνια |
| Κλητική | τροκάνι | τροκάνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →