τρολάρω
•
- διαδικτυακή αργκόγίνομαι τρολ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρολάρω < τρολ + -άρω < (άμεσο δάνειο) αγγλική troll
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τρολάρω | τρολάρεις | τρολάρει | τρολάρουμε | τρολάρετε | τρολάρουν / τρολάρουνε |
| Παρατατικός | τρόλαρα | τρόλαρες | τρόλαρε | τρολάραμε | τρολάρατε | τρολάραν / τρολάρανε / τρόλαραν |
| Αόριστος | τρολάρισα | τρολάρισες | τρολάρισε | τρολαρίσαμε | τρολαρίσατε | τρολάρισαν / τρολαρίσαν / τρολαρίσανε |
| Μέλλοντας | θα τρολάρω / θα τρολαρίσω | θα τρολάρεις / θα τρολαρίσεις | θα τρολάρει / θα τρολαρίσει | θα τρολάρουμε / θα τρολαρίσουμε | θα τρολάρετε / θα τρολαρίσετε | θα τρολάρουν / θα τρολάρουνε / θα τρολαρίσουν / θα τρολαρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τρολαρίσει | έχεις τρολαρίσει | έχει τρολαρίσει | έχουμε τρολαρίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τρολαρίσει | είχες τρολαρίσει | είχε τρολαρίσει | είχαμε τρολαρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τρολαρίσει / να τρολάρω / να τρολαρίσω | να έχεις τρολαρίσει / να τρολάρεις / να τρολαρίσεις | να έχει τρολαρίσει / να τρολάρει / να τρολαρίσει | να έχουμε τρολαρίσει / να τρολάρουμε / να τρολαρίσουμε | να τρολάρετε / να τρολαρίσετε | να τρολάρουν / να τρολάρουνε / να τρολαρίσουν / να τρολαρίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε τρολαρισμένο / τρολάρισε / τρόλαρε | — | — | τρολάρετε / τρολαρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →